ΓΥΡΙΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΙ ΗΣΥΧΟ ΔΕ Μ ΑΦΗΝΕΙ ,
ΜΟΝΟ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΑΝ ΤΑ ΙΔΕΙ , ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΔΙΝΕΙ
ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΕΙΜΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ
Τρείς μέρες είμαι νηστικός,δεμένος σε μια σφήνα
ο αφέντης μου είναι κακός θα πάω απο πείνα
αν κάνω λιγο υπομονή ,πιστεύω δε θ αντέξω..
λίγο νεράκι χριστιανοί,το στόμα μου να βρέξω .
Δε βγάζουν το σαμάρι μου λες κι είμαι σαλιγκάρι ,
κόλησε στο τομάρι μου ο διάλος να τους πάρει .
και καπου-κάπου η κυρά έρχετε κάνει χάζι ,
νομίζω τούτη τη φορά τα σκέλια μου κοιτάζει
το ξέρει είν αμάρτημα θέλει να κοινωνήσει
αυτό ναι παραστράτημα,γαϊδουρινό γ@μήσι.
δικό μου ειναι το φταίξημο μεγάλη πως την εχω ;
και ειμαι και για χαίσημο και δε μπορώ να τρέχω.
Ούτε τις μυγες δε μπορώ να διώξω απο τα σκέλια,
σε σένα απευθύνομαι που έβαλες τα γέλοια..
Δίχως φαϊ δίχως νερό,τρεις μέρες τον αφήσαν
το μάθανε οι ζωώφιλοι και επαναστατήσαν.
Τον ιδα ,τον λυπήθηκα τους είπα και τον λύσαν
και τότε πια θυμήθηκα γιατι τον τιμωρήσαν...
Ο γάϊδαρος τους κλώτσησε και πήγε στη καλή του
κανένα δεν ερώτησε......"ψωλή του και ραβδί του "
Το θέμα μπήκε στη Βουλή για να το συζητήσουν
γάϊδαροι υπάρχουνε πολλοί και πως θα τους μετρήσουν.
κι α ειναι εσένα ασημος δεμένος σε μια σφήνα
οτι κι αν ειναι θα βρεθεί μια μέρα στην Αθήνα
Ζωόφιλοι τον πήρανε,του βγάλαν το σαμάρι
μ αφήσανε ντου τ όνομα το Σέρτικο γομάρι....
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ
Μια φορά ηταν ένας γέρος,μην τον δούνε τα παιδια του,
κλειδωνότανε στο μέρος,και μετρούσε τα λεφτά του.
Μία μία δεκαρίτσα μάζευε απο παιδί
μα του τά φαγε η κουμπάρα μια γυναίκα παλαβή.
είναι χήρος απο χρόνια, κακό μάτι μην τον βρή
του φουσκώσαν τα μπαλόνια,και δε θέλει να τα δεί.
Δώσ μου τα λεφτά πατέρα μη στα φάνε οι πουτάνες
κάνε πέρα τα λαμόγια ,να μη κλάψουν κάτι μάνες.
Σήκω ντύσου και στολίσου,φόρεσε και το καπέλο,
πάρε και λεφτά μαζί σου θα σε πάω στο μπουρδέλο..
Γνώρισε μια πιτσιρίκα,εις τον οίκο ανοχής,
ολο νάζια και καπρίτσια ,σπρώξε γέρο αν μπορείς..
Μόνο μ ενα πενηντάρι δυό φορές την εβδομάδα
πιά δεν είσαι παλικαρι να πηδάς με την αράδα.....
Τις παλλιόγριες δε θέλω να αγγίζω βρε παιδί μου,
μιά γυναίκα Νιά θα πάρω,φύγε νά χεις την ευχή μου.
Ξεμυαλίστηκε ο γέρος , κι η μικρή του τα μασούσε,
Με γλυκόλογα και σκέρτσα τού τρωγε όσα μπορούσε.
Μα ήρθε κάποτε μια μέρα το ψηλό είχε τελιώσει……
Και στη πόρτα της μικρούλας, δε μπορούσε να σημώσει.
Εφυράξανε τα γούστα , μαραθήκαν τα λεμόνια….
Γύρισε ξανά στο γυιό ντου , μα τον διώξανε τα εγγόνια.
Παροιμία εχω ακούσει , κι έχει σίγουρα ουσία
Πως το κάτω το κεφάλι τρώει του πάνω την αξία……
καλοφωλιάς
ΣΤΗ ΠΗΓΗ ΣΤΗ ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ
Στη πηγή στη κρύα βρύση ,
πέρασα να πιώ νερό,
ο θεός να μου χαρίσει
τι κορίτσι βρήκα εγώ.
Με ρωτούσε τη ρωτούσα
πώς σε λένε κοπελιά...
αχ θεέ μου να μπορούσα
να το πνήξω στα φιλιά.
Ημουν τόσο διψασμένος ,
που της ζήτησα νερό..
και απόρρησα λιγάκι
πού κλαιγε σαν το μωρό
το σταμνί της ειχε σπάσει,
στη μαμά της τι να πεί ;
κι ετσι σκέφτηκε να κάνει
οπως λαίμε το παπί...
